Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Ο Άγιος Γεώργιος (280/285 - 23 Απριλίου 303), αποκαλούμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία Μεγαλομάρτυς και Τροπαιοφόρος, είναι από τους δημοφιλέστερους αγίους σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Απριλίου ή για τις Εκκλησίες που πηγαίνουν σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, όπου εάν η ημέρα συμπέσει πριν την Ανάσταση, μετατίθεται τη Δευτέρα της Διακαινησίμου. Ο Άγιος Γεώργιος θεωρείται Άγιος της Καθολικής, της Αγγλικανικής, της Ορθόδοξης, της Λουθηρανικής και της Αρμενικής Εκκλησίας.

Πρώτα Χρόνια

Οι ακριβείς λεπτομέρειες γύρω από την γέννησή του δεν βρίσκουν σύμφωνους όλους τους ιστορικούς. Φαίνεται να γεννήθηκε μεταξύ των ετών 275-285 μ.Χ., πιθανώς στην περιοχή της Αρμενίας, από τον ΈλληναΣυγκλητικό Γερόντιο, στρατηλάτη στο αξίωμα κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Κατά την αγιογραφία ο πατέρας του Γεωργίου, καταγόταν από πλούσια και επίσημη γενιά της Καππαδοκίας. Εκεί, κατά μία εξιστόρηση, σε ένα μοναστήρι της περιοχής, ο Γεώργιος δέχθηκε το Μυστήριο του Βαπτίσματος και έγινε μέλος της Εκκλησίας. Σε παλαιό χειρόγραφο αναφέρεται ότι γεννήθηκε στη Σεβαστούπολη της Μικρής Αρμενίας, αρχικά ήταν ειδωλολάτρης και αργότερα έγινε χριστιανός. Η μητέρα του ονομαζόταν Πολυχρονία, ήταν χριστιανή και καταγόταν από το γνωστό Λύδδα (Διάσπολη) της Παλαιστίνης. Όπως αναφέρουν οι χριστιανικές πηγές, η οικογένεια του Αγίου, όταν εκείνος ήταν σε μικρή ηλικία, μετοίκησε στη Λύδδα, λόγω του θανάτου του πατρός του.

Ανέλιξη

Σε νεαρή ηλικία ο Γεώργιος κατατάχθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Διακρίθηκε για την τόλμη και τον ηρωισμό του και έλαβε το αξίωμα του Τριβούνου. Λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός τον έκανε Δούκα (διοικητή) με τον τίτλο του Κόμητος (συνταγματάρχη) στο τάγμα τον Ανικιώρων της αυτοκρατορικής φρουράς· «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπώς διαπρέψας του των σχολών μετά ταύτα πρώτου τάγματος κόμης κατ' εκλογήν προεβλήθη».

Μαρτύριο

Το 303 μ.Χ. όταν άρχισαν οι διωγμοί του Διοκλητιανού, ο Γεώργιος δε δίστασε να ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη προκαλώντας το μένος του Διοκλητιανού γιατί κατείχε μεγάλο αξίωμα και ήταν αγαπημένος του. Αρχικά του έταξε πλούτη, γη και δούλους για να αλλαξοπιστήσει και όταν ο Γεώργιος αρνήθηκε τον υπέβαλε σε μια σειρά φρικτών βασανιστηρίων. Η χριστιανική παράδοση περιγράφει ότι αφού τον λόγχισαν, ξέσκισαν τις σάρκες του με ειδικό τροχό από μαχαίρια. Έπειτα, τον έριξαν σε λάκκο με βραστό ασβέστη και κατόπιν τον ανάγκασαν να βαδίσει με πυρωμένα μεταλλικά παπούτσια. Σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση από όλες αυτές τις δοκιμασίες ο Θεός τον κράτησε θαυματουργά ζωντανό.
Ο Γεώργιος τελικά μαρτύρησε με αποκεφαλισμό, την Παρασκευή 23 Απριλίου του έτους 303 μ.Χ. Κατά τον υπολογισμό του χριστιανού ιστορικού και απολογητή Αγίου Ευσεβίου, η ημέρα αυτή αντιστοιχούσε στην Παρασκευή της Διακαινησίμου του Πάσχα. Οι χριστιανοί πήραν το λείψανό του και το έθαψαν μαζί με αυτό της μητέρας του, η οποία μαρτύρησε την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, ο πιστός υπηρέτης του Γεωργίου, Πασικράτης, εκτελώντας την επιθυμία του, παρέλαβε το λείψανο του Γεωργίου, μαζί με αυτό της μητέρας του και τα μετέφερε στη Λύδδα της Παλαιστίνης. Από εκεί οι Σταυροφόροι τα μετέφεραν στη Δύση.
Η πίστη του Γεωργίου φαίνεται να γίνεται αφορμή να βαπτιστούν χριστιανοί οι στρατιωτικοί Ανατόλιος και Πρωτολέων, Βίκτωρ και Ακίνδυνος, Ζωτικός και Ζήνωνας, Χριστοφόρος και Σεβιριανός, Θεωνάς, Καισάριος και Αντώνιος, των οποίων τη μνήμη εορτάζει η Εκκλησία στις 20 Απριλίου και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της Απολλώ, Ισαάκιο και Κοδράτο, των οποίων η μνήμη τιμάται στις 21 Απριλίου.
Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Γεωργίου μαρτύρησαν και οι συνδέσμιοί του Ευσέβιος, Νέων, Λεόντιος, Λογγίνος και άλλοι τέσσερις μαζί. Τη μνήμη τους τιμά η Εκκλησία στις 23 Απριλίου. Βλέπουμε ότι με κέντρο την ημέρα του μαρτυρίου του Αγίου Γεωργίου δημιουργείται μέσα στο λειτουργικό χρόνο της Εκκλησίας ένας εορτολογικός κύκλος, ο οποίος καλλιεργείται περισσότερο από τα Τυπικά της Κωνσταντινούπολης, που ξεκινά στις 20 Απριλίου και τελειώνει στις 24 Απριλίου. Ο εορτολογικός αυτός κύκλος δείχνει την περίοπτη θέση του Αγίου Γεωργίου στη ζωή της Εκκλησίας. Από την υμνογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας κοσμείται με τα επίθετα «ο μαργαρίτης ο πολύτιμος», «ο αριστεύς ο θείος», «ο λέων ο ένδοξος», «ο αστήρ ο πολύφωτος», «του Χριστού οπλίτης», «της ουρανίου στρατιάς ο συνόμιλος».

Ο Άγιος στην Παράδοση


Απεικόνιση του αγίου φορώντας ένα κόκκινο σταυρό σε λευκό μανδύα ιππότη, από τον Μπερνάτ Μαρτορέλλ, 1430.
Ο Άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης του Πεζικού και του Στρατού Ξηράς, ενώ είναι και ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας. Επίσης, θεωρούταν Άγιος προστάτης των Σταυροφόρων και των Προσκόπων. Ως τροπαιοφόρος (στρατιωτικός) άγιος και ελευθερωτής συγκεντρώνει πολλές θαυμάσιες διηγήσεις και παραδόσεις, από τις οποίες η σπουδαιότερη είναι αυτή που μιλάει για το φόνο του δράκοντα και της σωτηρίας της βασιλοπούλας. Το θηρίο αυτό φυλούσε το νερό μιας πηγής κοντά στη Σιλήνα στη Λιβύη και το άφηνε να τρέχει μόνον όταν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να φάει. Οι κάτοικοι της περιοχής όριζαν με κλήρο το θύμα του δράκοντα. Ολόκληροι στρατοί είχαν αντιταχθεί με αυτό το τέρας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο κλήρος έφερε και τη σειρά της βασιλοπούλας, την οποία έσωσε ο Άγιος Γεώργιος φονεύοντας το δράκο.
Πρώτος τη βιογραφία του έγραψε ο Πάπας Γελάς στο Acta Sancti Georgii (496), ενώ ακολούθησε ο Άγιος Ανδρέας από την Κρήτη. Η συριακή Εκκλησία από τον 4ο αιώνα τον κρατούσε σε μεγάλη εκτίμηση. Λόγω της ιπποτικής του συμπεριφοράς, ο Άγιος Γεώργιος έγινε δημοφιλής στην Ευρώπη κατά το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα κατά το 15ο αιώνα η γιορτή του να είναι ίση σε σημασία και δημοφιλία με αυτή των Χριστουγέννων. Στο Συμβούλιο της Οξφόρδης το1222, η ημέρα του Αγίου Γεωργίου κηρύχθηκε επίσημη αργία και το 14ο αιώνα έγινε προστάτης Άγιος της χώρας. Είναι επίσης ο προστάτης Άγιος της Μόσχας, της Αραγονίας, της Γεωργίας και της Καταλονίας, ενώ μέχρι το 18ο αιώνα ήταν και της Πορτογαλίας. Ο Άγιος Γεώργιος, όντας προστάτης Άγιος της Αγγλίας και έφιππος, θεωρείτο από το σχετικό θρύλο και ως προστάτης Άγιος των ιπποτών της Στρογγυλής Τράπεζας.

Λαογραφία

Σε πολλά μέρη της ελληνικής επικράτειας ο μήνας Απρίλιος, που συμβαίνει να εορτάζεται η μνήμη του Μεγαλομάρτυρα Αγίου Γεωργίου, ονομάζεται και "Αϊγιώργης", ή "Αϊγιωργίτης".
Χαρακτηριστικό επίσης είναι εκ της αρχαίας γνωστής παροιμίας η σύγχρονη σχετική, όπου ο Άγιος αντικατέστησε την Αθηνά: «Άγιε μου Γιώργη βόηθα με, κούνα και συ το χέρι σου».
Σημαντικότερα από τα ελληνικά έθιμα στη μνήμη του Αγίου είναι της Θράκης, όπου την παραμονή της εορτής μαζεύουν τσουκνίδες και τις βάζουν στην πόρτα του σπιτιού, γιατί "τη νύχτα λένε πως βγαίνει το "τζάντι" (= δαιμόνιο) και παίρνει το "ούρι" (= ευτυχία του σπιτιού)", καθώς και της Σύμης, όπου ομοίως την παραμονή ανάβουν φωτιές και πηδούν τραγουδώντας τον ακόλουθο στίχο: «έξω ψύλλοι και κοριοί και μεγάλοι ποντικοί» που είχε να κάνει με την καθαριότητα και το ασβέστωμα του σπιτιού που γίνεται την παραμονή.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Η γιορτή της μητέρας ή ημέρα της μητέρας είναι κινητή εορτή προς τιμήν της μητέρας και γιορτάζεται κάθε χρόνο την δεύτερη Κυριακή του μήνα Μάη.
Εγκαθιδρύθηκε τον 20ό αιώνα και προέρχεται από το αγγλικό και το αμερικανικό κίνημα των γυναικών. Η Αμερικανίδα Ann Maria Reeves Jarvis διοργάνωσε για πρώτη φορά το 1865 ένα κίνημα με το όνομα Mothers Friendships Day και συναντήσεις με το όνομα Mothers Day Meetings, κατά τις οποίες οι μητέρες αντάλλασσαν απόψεις και εμπειρίες. Το 1870 η Julia Ward Howe διοργάνωσε μια εκδήλωση φιλειρηνικής συγκέντρωσης μητέρων με το σλόγκαν peace and motherhood με σκοπό, τα παιδιά να μην στέλνονται στον πόλεμο.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΟΥ Β2

Πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν πάρα πολύ καλά το ιστολόγιο του Β2. Για αυτό και εγώ θα την συγχαρώ για τις υπέροχες αναρτήσεις της με ένα βραβείο.












ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δύο πέθαναν μικρά) και εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο Γυμνάσιο (με πολλές διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών) στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα», επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του τού στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το ότι δεν πήρε το δίπλωμά του στοίχισε στον πατέρα του, ο οποίος τον περίμενε να γυρίσει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τις τέσσερις αδελφές του. Οι τρεις από αυτές παρέμειναν ανύπαντρες και του παραστάθηκαν με αφοσίωση σε όλες τις δύσκολες στιγμές του - όπως όταν, επί παραδείγματι, απογοητευμένος από τη ζωή της Αθήνας, αναζητούσε καταφύγιο στη Σκιάθο. Ωστόσο, επειδή οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές, σύντο
Από τη στιγμή που γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο άρχισε να δημοσιογραφεί και να κάνει μεταφράσεις από τα Γαλλικά και Αγγλικά, γλώσσες που είχε μάθει σε βάθος και που λίγοι τις γνώριζαν τόσο καλά στην εποχή του. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής και λιτοδίαιτος.
Η θέση του καλυτέρευσε κάπως, όταν γνωρίστηκε με τον προοδευτικό δημοσιογράφο και εκδότη Βλάση Γαβριηλίδη, που ίδρυσε την περίφημη για την εποχή της εφημερίδαΑκρόπολη. Η ζωή του όμως δεν άλλαξε. Αν και η αμοιβή του από την εργασία του στην "Ακρόπολη" ήταν υπέρογκη (έπαιρνε 200 και 250 δραχμές το μήνα), ενώ κέρδιζε αρκετά και από τις -περιζήτητες- συνεργασίες του με άλλες εφημερίδες και περιοδικά, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Ήταν σπάταλος και ανοργάνωτος όσον αφορά τη διαχείριση των χρημάτων του[εκκρεμεί παραπομπή]. Όταν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του και η μεγάλη ανεμελιά του, συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατούσε σε κατάσταση αθλιότητας. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του. «Κατ' έκείνην την ήμέραν συνέβη να είμαι πλούσιος..» έχει γράψει κάπου. Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα "Το Άστυ", ο διευθυντής του προσέφερε για μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό». Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό, που σιγά-σιγά του έγινε πάθος , καθώς και το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση, κατέστρεψαν την υγεία του και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.
Παρόλο που γενικά στη ζωή του φαινόταν απλησίαστος, παρόλο που του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση και δεν έπιανε εύκολα φιλίες, στο Περιοδικό "Νέα Εστία" (Χριστούγεννα 1940) διαβάζουμε για εκείνους που πλησίαζε και φανέρωνε τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο:[1]". Ελάχιστοι ήταν οι φίλοι του, όπως ο συγγραφέας και ερευνητής Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης και ένας δυο άλλοι. Ακόμα και προς το Βλάση Γαβριηλίδη, που του στάθηκε ως πατέρας, και τον ενθάρρυνε και τον βοηθούσε πάντα σε κάθε δύσκολη στιγμή, δεν έδειξε την αγάπη, που, ίσως, θα έπρεπε να δείξει[εκκρεμεί παραπομπή]. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του.
Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής, με την παράλληλη προσήλωσή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοση, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο. Συνήθιζε να ψάλλει στον Ι. Ναό του Αγίου Ελισσαίου ως δεξιός ψάλτης, ενώ στον ίδιο ναό έψαλλε ως αριστερός ψάλτης ο εξάδελφός του και συγγραφέας Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και εφημέριος ήταν ο (στις μέρες μας ανακηρυγμένος Άγιος) παπα Νικόλας Πλανάς.
Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του (μεταξύ των οποίων οι Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας ΔεληγιώργηςΠαύλος ΝιρβάναςΔημήτριος ΚακλαμάνοςΑριστομένης Προβελέγγιος) διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" το 1908 για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως ο ίδιος έγραψε.
Στο νησί του εξακολούθησε να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα ύστερα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματα πιο ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.
Ο Παπαδιαμάντης πέθανε τον Ιανουάριο του 1911, ύστερα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο. Έγιναν επίσημα μνημόσυνα στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Αλεξάνδρεια και αλλού. Ορισμένοι ποιητές συνέθεσαν εγκωμιαστικά έργα (Μαλακάσης, Πορφύρας κ.ά.) και τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής εξέδωσαν τιμητικά τεύχη, αφιερωμένα στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος Φέξη, λίγο αργότερα, άρχισε την έκδοση των έργων του, που έφτασαν τους έντεκα τόμους. Στα 1924, ο Ελευθερουδάκης εξέδωσε τα Άπαντά του με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα. Το 1925 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στη Σκιάθο, ενώ στις εφημερίδες Ελεύθερον Βήμα και Πολιτεία δημοσιεύτηκαν τα τελευταία άγνωστα διηγήματά του. Το 1933 έγιναν ομιλίες μπροστά στην προτομή του για το έργο του, με την παρουσία και συμμετοχή τετρακοσίων Γάλλων διανοούμενων που επισκέφθηκαν τη Σκιάθο, καθώς και εκατόν πενήντα Ελλήνων λογοτεχνών και άλλων θαυμαστών του. Διηγήματα του Παπαδιαμάντη άρχισαν να εκδίδονται στα γαλλικά και πολλοί Γάλλοι ελληνιστές ασχολήθηκαν πλατύτερα με το έργο του. Το 1936 ο Γιώργος Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του, ενώ ξεκίνησε από τους Έλληνες λογοτέχνες η συστηματική κριτική του έργου του, άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική. Αν και η βιβλιογραφία γύρω από τη ζωή του είναι τεράστια, τόσο σε έκταση όσο και σε ποικιλία, σοβαρά κριτικά άρθρα, τα οποία να απορρέουν από μια αντικειμενική μελέτη του έργου του, δεν υπάρχουν ως το 1935.
Aν θέλετε μπορείτε να παρακολουθήσετε το παρακάτω βίντεο για περισσότερες λεπομέρειες



H ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Η ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα αποφασίστηκε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων. Στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας την Κυριακή του Πάσχα ψήνουν το αρνί στη σούβλα καθώς και κοκορέτσι ή κατσίκι. Το αρνί που τρώμε το Πάσχα συμβολίζει το Χριστό που θυσιάστηκε για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Το απόγευμα στην εκκλησία γίνεται ο Εσπερινός της αγάπης και για 40 μέρες οι ορθόδοξοι Χριστιανοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον, λέγοντας: "Χριστός Ανέστη" και απαντώντας "αληθώς Ανέστη".
Κάθε περιοχή έχει τα δικά της ήθη και έθιμα αλλά υπάρχουν και κάποια κοινά. Για παράδειγμα το τσούγκρισμα των πασχαλινών αυγών. Στο πασχαλινό τραπέζι τσουγκρίζουν τα αβγά και αυτό που δεν θα σπάσει το τοποθετούν στο εικονοστάσι. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα κάνετε αβγοσαλάτα. Την Κυριακή του Πάσχα τρώμε μαγειρίτσα, ψητό κρέας κατσαρόλας, γλυκά και σε κάποια μέρη γαλατόπιτες και τυρόπιτες. Συνήθως το πασχαλινό τραπέζι είναι γεμάτο φαγητά και σαλάτες, ποτά και γλυκά. Αν ο καιρός δεν ευνοεί μπορείτε να μαγειρέψετε το αρνάκι στο φούρνο με γέμιση: Ρύζι και κουκουνάρια. Σε πολλές περιοχές κατά τη διάρκεια της Κυριακής του Πάσχα διασκεδάζουν και ακούνε μουσική. Μετά από σαράντα μέρες νηστείας οι άνθρωποι τρώνε και χαίρονται με την Ανάσταση του κυρίου και τα σύγχρονα, αισιόδοξα μηνύματα που αφήνει η Ανάσταση.
Καλή ανάσταση σε όλους και καλό Πάσχα.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα που γίνεται η κορύφωση του Θείου Δράματος, όπου κορυφώνονται τα Πάθη του Χριστού και γίνεται η σταύρωση του Χριστού το ξημέρωμα τις ίδιας μέρας. Μέχρι λίγο πριν τις 11:00 το πρωί τελείται η λειτουργία των Μεγάλων Ωρών όπου οι γυναίκες μοιρολογούν και κλαίνε για τον Χριστό ενώ άλλοι προσκυνούν και αποτείνουν φόρο τιμής στον σταυρωθέντα Χριστό. Απ' τα ξημερώματα τις ίδιας μέρας ετοιμάζεται ο επιτάφιος και τελείται ολονυχτία στις περισσότερες εκκλησίες της Ελλάδας. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Χριστός αποκαθηλώνεται και τοποθετείται στον Επιτάφιο όπου θα γίνει περιφορά του το βράδυ. Όλη την ημέρα οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα σε όλη την Ελλάδα και παραδοσιακά απαγορεύεται πάσα εργασία και γίνεται αυστηρότατη νηστεία και απαγορεύεται και η κατάποση του λαδιού. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας εκείνη τη μέρα, φτιάχνεται ένα ομοίωμα του Ιούδα το οποίο είτε καίγεται είτε πυροβολείται και εν συνεχεία καίγεται. Επίσης την ίδια μέρα πολλοί πιστοί επισκέπτονται τους τάφους συγγενών και φίλων ή πραγματοποιείται η εκταφή των νεκρών αν έχει περάσει το απαιτούμενο διάστημα.

MΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ - Η ΘΛΙΒΕΡΟΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ


Tην Μεγάλη Πέμπτη αναβιώνονται στην Εκκλησία μας, τα γεγονότα της τελευταίας ημέρας της ζωής του Ιησού Χριστού στη Γη.

Σύμφωνα με τους Ευαγγελιστές, ο Χριστός θέλησε πριν θυσιαστεί για την σωτηρία των ανθρώπων, να δειπνήσει για τελευταία φορά με τους μαθητές του. 

Ο Μυστικός Δείπνος



Ο δείπνος αυτός είναι ο γνωστός μας Μυστικός Δείπνος. Έλαβε χώρα σε ένα πατάρι κάποιου σπιτιού της Ιερουσαλήμ, στο οποίο κρυφά συνέφαγαν οι μαθητές και ο Ιησούς.


Πριν ξεκινήσει ο Δείπνος, ο Χριστός πήρε μια λεκάνη με νερό και έπλυνε τα πόδια των μαθητών του. Αυτό ήταν μια ενέργεια που έκαναν οι δούλοι της εποχής. Δηλαδή πριν από το φαγητό, έπλεναν τα πόδια των κυρίων τους. Με την πράξη του αυτή ο Ιησούς θέλησε να διδάξει τους μαθητές του και, μέσω αυτών, όλους τους ανθρώπους να είναι ταπεινοί και να υπηρετούν τους συνανθρώπους τους. 
Το γεγονός αυτό έχει λάβει στις μέρες μας το όνομα Ιερός Νιπτήρας.Σε πολλές περιοχές της χώρας μας, γίνεται αναπαράσταση του Ιερού Νιπτήρα το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης.


Η αρχή του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας

Κατόπιν ο Ιησούς κατά την διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, και αφού είχε αποχωρήσει ο Ιούδας, παρέδωσε στους μαθητές του, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 

Πρόσφερε άρτο λέγοντας: «λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μου» και κρασί «πίετε έξ αυτού πάντες τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». 


Η σύλληψη, τα Πάθη και η Σταύρωση του Θεανθρώπου



Μετά το τέλος του Μυστικού Δείπνου, ο Ιησούς και οι μαθητές του, μετέβησαν στο Όρος των Ελαιών. Εκεί ο Χριστός προσεύχεται στον Πατέρα του, και τελικά συλλαμβάνεται από τους Ρωμαίους, μετά την προδοσία του Ιούδα.

Στον Εσπερινό της ημέρας έχουμε την Σταύρωση του Θεανθρώπου. Διαβάζονται τα 12 Ευαγγέλια που περιγράφουν τα Άγια Πάθη. Μετά το 5ο Ευαγγέλιο, βγαίνει ο Εσταυρωμένος. 

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας», ψάλλει ο ιερέας την ώρα που περιφέρει τον εσταυρωμένο Ιησού στο ναό για την αναπαράσταση της σταύρωσης. 

Είναι η στιγμή, περίπου στις 9 το βράδυ, όπου σε όλες τις εκκλησίες της χώρας θα σβήσουν τα φώτα. Η πομπή της σταύρωσης υπό το αμυδρό φως των κεριών θα κινηθεί με αργό και σταθερό ρυθμό προς το κέντρο των ναών, διαπερνώντας το πλήθος των πιστών. Το Θείο πάθος σχεδόν κορυφώνεται.



Μέσα από τα λόγια των ευαγγελίων αλλά και από τις ιδιαίτερα πένθιμες νότες των τροπαρίων περιγράφονται με τον τραγικότερο τρόπο οι εμπαιγμοί, τα χτυπήματα, οι ύβρεις και οι χλευασμοί των ανθρώπων που ανέβασαν τον Κύριο στο σταυρό. Η Μεγάλη Πέμπτη είναι από τις θλιβερότερες ημέρες της χριστιανοσύνης. 
Στις εκκλησίες, όλο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, παραμένουν κυρίως γυναίκες οι οποίες «μοιρολογούν», ψάλλοντας ύμνους, τον Χριστό. 


Οι παραδόσεις

Στα σπίτια των Χριστιανών, την Μεγάλη Πέμπτη, βάφονται τα κόκκινα αυγά. Για τον λόγο αυτό, η ημέρα λέγεται και Κόκκινη Πέμπτη ή Κοκκινοπέφτη. 

Εκτός από τα αυγά, την μέρα αυτή, φτιάχνονται τα πασχαλινά κουλούρια και τα τσουρέκια. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι Χριστιανοί κρεμούν κόκκινα πανιά στα παράθυρα των σπιτιών τους.